Tag Archives: Απεργίες

«Συριζαίϊκη ξεφτύλα: Πόσο βαθιά είναι ο πάτος που θα πιάσουν!!!

    Ως «έσχατο μέσο» χαρακτηρίζει την απεργία η κυβερνητική εφημερίδα «Αυγή» σε άρθρο (28/6) με το οποίο επιτίθεται αισχρά στις κινητοποιήσεις των εργαζομένων της Τοπικής Διοίκησης. Ο συντάκτης του κειμένου αναπαράγει και ενισχύει ό,τι πιο ελεεινό έχει γραφτεί και ακουστεί στις εφημερίδες και σε άλλα αστικά ΜΜΕ σε βάρος των εργατικών αγώνων, των διεκδικήσεων, και ιδιαίτερα ενάντια στο δικαίωμα της απεργίας. Μέχρι τώρα είχαμε δει, όταν κινητοποιούνται οι αγρότες, τα φώτα να πέφτουν πάνω στους «αγανακτισμένους» μεταφορείς. Οταν απεργούν οι εργαζόμενοι των μεταφορών, στους «αγανακτισμένους» αγρότες. Κι όταν απεργούν οι ναυτεργάτες ή οι ξενοδοχοϋπάλληλοι, στους «αγανακτισμένους» τουρίστες κ.ο.κ. Κάπως έτσι ξεδιπλώνεται πάντα η προσπάθεια ενεργοποίησης του «κοινωνικού αυτοματισμού». Ολα αυτά, όμως, είναι ερασιτεχνισμοί για την «Αυγή», η οποία είπε να …ενώσει όλους τους «αγανακτισμένους» και να ξεμπερδεύει μια και καλή με τις απεργίες, που όπως λέει στηρίζονται «στην ομηρία των πολιτών»! Κάπως έτσι, καταλήγει να κατηγορεί για «ομηρία» της κοινωνίας, εκτός από τους εργαζόμενους των ΟΤΑ, τους αγρότες που «καταλαμβάνουν τους δρόμους και παραλύουν εμπορικά τη χώρα», τους εργαζόμενους στα λιμάνια, που με τις απεργίες τους προκαλούν τεράστιες ζημιές κ.λπ.

    Συνεχίζοντας στο ίδιο μοτίβο, ο αρθρογράφος μιλάει για «ασυγχώρητες ευθύνες» του ΚΚΕ, που όπως λέει «έχει ισχυρές συνδικαλιστικές προσβάσεις στους κλάδους των εργαζομένων στους ΟΤΑ και στους αγρότες»… Και αποφαίνεται για το ΚΚΕ: «Δεν μπορεί να είσαι και με τους αγρότες απεργούς και με τους εργαζόμενους στα λιμάνια απεργούς, όταν ο ένας κλάδος τιμωρεί ελαφρά τη καρδία έναν άλλο και όλοι μαζί τη χώρα που ματώνει και αγωνίζεται να βγει από την ασφυξία της χρεοκοπίας» (!) Εκτός λοιπόν από το δικαίωμα στην απεργία, το λιβελογράφημα της «Αυγής» θέλει να πετάξει στα σκουπίδια και την ταξική αλληλεγγύη, δηλαδή την έμπρακτη έκφραση της συμπαράστασης στους απεργούς ενός κλάδου από τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα που πλήττονται από την ίδια αντιλαϊκή πολιτική, που συνθλίβονται από τον ίδιο αντίπαλο, τα μονοπώλια και το κράτος τους. Η «Αυγή» σκόπιμα παρουσιάζει όλους αυτούς να έχουν διαφορετικά και συγκρουόμενα συμφέροντα, για να υπονομεύσει την προοπτική κοινής πάλης και της συμμαχίας τους, να συκοφαντήσει την αλληλεγγύη και να παροτρύνει τον «κοινωνικό αυτοματισμό», κατατάσσοντας όποιον αγωνίζεται και διεκδικεί στους «εχθρούς» της οικονομίας και της ανάκαμψης. Ομολογεί εμμέσως εξάλλου ο αρθρογράφος ότι δεν γίνεται να είσαι και με την καπιταλιστική ανάπτυξη, και με τις δίκαιες εργατικές – λαϊκές διεκδικήσεις, αφού αυτές βλάπτουν τα «εθνικά συμφέροντα» όπως λέει το άρθρο, δηλαδή το συμφέρον της αστικής τάξης, με το οποίο ταυτίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ, κάνοντας τη βρώμικη δουλειά για το κεφάλαιο.

    Φτάνοντας στο διά ταύτα και για να κάνει τα πράγματα πιο σαφή, γράφει η «Αυγή»: «Ορισμένοι κρίσιμοι για τα κοινωνικά και εθνικά συμφέροντα κλάδοι δεν έχουν το δικαίωμα της απεργίας». Για όποιον δεν το κατάλαβε, η εφημερίδα του ΣΥΡΙΖΑ τρέχει ως «λαγός» μπροστά, ανοίγοντας το δρόμο και καλώντας ουσιαστικά σε αποφασιστική περιστολή του απεργιακού δικαιώματος. Αποδεικνύεται «βασιλικότερη του βασιλέως», καθώς προπαγανδίζει μέτρα πιο προωθημένα από αυτά που συμφωνήθηκαν στην πρόσφατη «αξιολόγηση» και αφορούν τη νομοθέτηση νέων εμποδίων στην προκήρυξη απεργιών από τα σωματεία. Είναι φανερό ότι όσοι έχουν πάρει εργολαβία την κατασυκοφάντηση των αγώνων και την προσπάθεια ενεργοποίησης του «κοινωνικού αυτοματισμού», όπως η κυβέρνηση και οι εφημερίδες της, συμπληρωματικά σε «ναυαρχίδες» της αστικής προπαγάνδας, το πάνε πολύ πιο μακριά. Το πρόβλημά τους δεν είναι η ρύπανση, ούτε η δημόσια υγεία, για την οποία κόπτονται δήθεν, αφού η πολιτική που υπερασπίζονται και υλοποιούν είναι υπεύθυνη για την επιβάρυνση και σε αυτούς τους τομείς, για τη συνολική υποβάθμιση της ζωής της εργατικής – λαϊκής οικογένειας.

    Το πραγματικό τους πρόβλημα είναι το αίτημα των εργαζομένων για «μόνιμη και σταθερή δουλειά», την οποία η κυβέρνηση θεωρεί «εκτός τόπου και χρόνου», αφού το κεφάλαιο έχει ανάγκη από «μόνιμα» ευέλικτους και ανασφαλείς εργαζόμενους. Γι’ αυτό η «Αυγή» γράφει: «… Στους δήμους, όπου το καλοκαίρι διπλασιάζεται ο πληθυσμός τους και χρειάζονται για τέσσερις μήνες περισσότερα χέρια, τι θα κάνουν οι έκτακτοι τους υπόλοιπους οκτώ μήνες;». Δεν λέει βέβαια η «Αυγή» ότι οι υπηρεσίες αυτές είναι μόνιμα υποστελεχωμένες, ακόμα κι αν πάρουμε σαν κριτήριο τη στοιχειώδη λειτουργία τους και όχι τις σύγχρονες ανάγκες. Οτι η εντατικοποίηση πάει σύννεφο για μόνιμους και συμβασιούχους και ότι ακόμα και η «λύση» των πεντάμηνων που βρήκαν για τις «έκτακτες» ανάγκες, με την εκμετάλλευση των συμβασιούχων και τα απανωτά «ατυχήματα», δείχνει τη συνολικότερη αντίληψη και αυτής της κυβέρνησης για τα εργασιακά δικαιώματα και τις ανάγκες. Φτάνει μάλιστα στο σημείο η «Αυγή» να «αναρωτιέται» αν οι «φορολογούμενοι» αντέχουν να πληρώνουν τους εργαζόμενους στην Καθαριότητα, θεωρώντας δεδομένο ότι η ανταποδοτικότητα συνιστά «κανονικότητα», παρά τη σκληρή φορολογία που πληρώνει ούτως ή άλλως ο λαός. Και τα λέει αυτά η εφημερίδα μιας κυβέρνησης που φόρτωσε στο λαό δύο μνημόνια και δεκάδες αντιλαϊκούς εφαρμοστικούς νόμους, πρόσθετα σε όσα έκαναν οι προηγούμενοι.

    Συμπερασματικά: Η επίθεση στους εργαζόμενους της Καθαριότητας είναι επίθεση που αφορά όλη την εργατική τάξη, τόσο για τις μορφές που επιλέγει για να προβάλει τις διεκδικήσεις της, όσο και για το ίδιο το περιεχόμενό τους. Γι’ αυτό, αθλιότητες σαν αυτές της «Αυγής», που καλούν σε απομόνωση των εργαζομένων που δίνουν δίκαιους αγώνες, πρέπει να επιστραφούν ως απαράδεκτες. Επιβεβαιώνοντας ότι ο κατήφορος δεν έχει τέλος και ότι η κυβέρνηση της «πρώτη φορά αριστεράς» μπορεί να κάνει ακριβώς ό,τι και οι προηγούμενες. Σε μια περίοδο που εργαζόμενοι διαφόρων κλάδων ετοιμάζονται για νέους απεργιακούς αγώνες, όπως στο Εμπόριο και στον Επισιτισμό – Τουρισμό, η αλληλεγγύη της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων είναι δύναμη και ασπίδα απέναντι σε κάθε υπονόμευση και επίθεση και θα αποτελέσει στοιχείο αναμέτρησης με την κυβερνητική πολιτική.

Advertisements

Ξεσηκωμός ενάντια στη νέα ληστεία και στην κοροϊδία κυβέρνησης, κεφαλαίου, ΕΕ – Όλοι στη γενική απεργία στις 17 Μάη (SPOT)

ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ ΣΤΙΣ 17 ΜΑΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΠΙΘΕΣΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ – ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ – ΕΕ

Με σχέδιο και επιμονή για την επιτυχία της απεργίας, για να μετρηθούν βήματα στο στόχο της ανασύνταξης.

 

   Στην τελική ευθεία για τη γενική απεργία της Τετάρτης, καθώς και για τις πολύμορφες κινητοποιήσεις που θα πραγματοποιηθούν την Πέμπτη, ενάντια στο νέο αντιλαϊκό πακέτο μέτρων που ψηφίζεται αυτές τις μέρες στη Βουλή, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ, καθώς και οι δυνάμεις που ανταποκρίνονται στο αντίστοιχο κάλεσμα της ΠΑΣΕΒΕ, της Πανελλαδικής Επιτροπής των Μπλόκων, του ΜΑΣ και της ΟΓΕ, δίνουν τη μάχη για να δοθεί μια ισχυρή εργατική – λαϊκή αγωνιστική απάντηση στα νέα βάρβαρα μέτρα, συνολικότερα στην αντιλαϊκή επίθεση διαρκείας κυβέρνησης – κεφαλαίου – ΕΕ.

   Με την πείρα από τις πρόσφατες πετυχημένες Πρωτομαγιάτικες απεργιακές συγκεντρώσεις, από την προσπάθεια που προηγήθηκε αλλά και ακολούθησε την Πρωτομαγιά, με έμφαση στους χώρους δουλειάς, οι ταξικές συνδικαλιστικές οργανώσεις δίνουν τη μάχη για να κάνουν οι εργαζόμενοι δική τους υπόθεση την επιτυχία της απεργίας, για να κερδίζει έδαφος η γραμμή πάλης που απεγκλωβίζει τους εργαζόμενους από τους «εθνικούς στόχους» του κεφαλαίου, η γραμμή πάλης που θέτει στο προσκήνιο τον αγώνα για την ανάκτηση των τεράστιων απωλειών των εργαζομένων, για την κάλυψη των δικών τους σύγχρονων αναγκών.

Μαχητικό ξεσκέπασμα της προπαγάνδας που συνοδεύει την αντιλαϊκή επίθεση.

   Προϋπόθεση για να συμβάλουν η απεργία και αυτή η βδομάδα κινητοποιήσεων σε αυτήν την κατεύθυνση, για να μετρηθούν βήματα στην οργάνωση των εργαζομένων και στον προσανατολισμό του κινήματος, είναι το μαχητικό ξεσκέπασμα της προπαγάνδας της κυβέρνησης και των άλλων αστικών επιτελείων που συνοδεύει αυτόν το νέο γύρο αντιλαϊκής επίθεσης του κεφαλαίου.

   Υπάρχει ακόμα περισσότερη πείρα στους εργαζόμενους και το λαό για να βγαίνουν συμπεράσματα από την προσπάθεια της κυβέρνησης να καλλιεργήσει εφησυχασμό όλο το προηγούμενο διάστημα, την ώρα που μεθόδευε το παραπέρα τσάκισμα του εισοδήματος και των δικαιωμάτων των εργαζομένων, υπάρχει πείρα για να απορρίπτονται οι κάλπικες προσδοκίες που προσπαθεί και σήμερα να καλλιεργήσει, ως «αντίμετρο» για τη λαϊκή δυσαρέσκεια που προκαλούν τα νέα βάρβαρα μέτρα.

   Από τα περιβόητα «τα δύσκολα πέρασαν» και «κάθε αξιολόγηση από εδώ και πέρα θα είναι πιο εύκολη», τα οποία συνόδευαν το κλείσιμο της προηγούμενης «αξιολόγησης» (που περιλάμβανε μεταξύ άλλων το νόμο – λαιμητόμο για το Ασφαλιστικό και την τότε δόση απογείωσης της αντιλαϊκής φοροληστείας), με μια ενδιάμεση στάση στο «ούτε ένα ευρώ παραπάνω λιτότητα», φτάσαμε σήμερα στο «επώδυνα τα μέτρα, αλλά σφίξτε τα δόντια γιατί τώρα περνάμε τον κάβο»

   Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το ζήτημα: Τα κέρδη του κεφαλαίου – έστω και με ένα σωρό αστερίσκους και αβεβαιότητες από τις εξελίξεις και τους ανταγωνισμούς στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία – κάποια στιγμή θα «περάσουν τον κάβο», θα περάσουν σε φάση ανάκαμψης. Προϋπόθεση όμως για να συμβεί αυτό είναι οι εργαζόμενοι να μένουν μονίμως… με τα «δύσκολα» και τα «επώδυνα».

   Αυτό ακριβώς επιβεβαιώνουν και τα νέα αντιλαϊκά μέτρα: Αυτήν την ανάγκη του κεφαλαίου υπηρετούν, γι’ αυτό τσακίζουν το λαό. Δεν είναι κάποιες «εμμονές δανειστών», δεν είναι «μέτρα που δεν τα ήθελε η κυβέρνηση», όπως λένε τα κυβερνητικά στελέχη, είναι πάγιες αξιώσεις του κεφαλαίου. Γι’ αυτό άλλωστε και οι Ενώσεις του, όπως ο ΣΕΒ, έσπευσαν να τα χαιρετίσουν και να ζητήσουν να εφαρμοστούν μια ώρα αρχύτερα, γι’ αυτό και η εργοδοσία τα «υποδέχεται» κλιμακώνοντας με κάθε τρόπο την επίθεση μέσα στους χώρους δουλειάς πριν καν ψηφιστούν τα μέτρα, αξιοποιώντας το ήδη διαμορφωμένο αντεργατικό οπλοστάσιο.

Να αναδείξουμε την αντεργατική επίθεση

στη συνέχειά της και στο σύνολό της.

   Επιχειρώντας να κουκουλώσουν την ενιαία επίθεση του κεφαλαίου, αλλά και να βάλουν εμπόδια στο να εκφραστεί στην απεργία και τις άλλες κινητοποιήσεις η ενιαία απάντηση των εργαζομένων και του λαού, κυβέρνηση και διάφορα επιτελεία του συστήματος πιάνουν το γνωστό αποπροσανατολιστικό τροπάρι: «Ποιους πιάνουν και ποιους δεν πιάνουν τα μέτρα»…

   Την ώρα που προωθούν μέτρα που χτυπούν όλους τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, όπως π.χ. με το νέο πετσόκομμα του αφορολόγητου, τις νέες μειώσεις που τσεκουρώνουν ακόμα και τις κατώτερες συντάξεις, το «μαχαίρι» ακόμα και στο κονδύλι για τα ψίχουλα του επιδόματος ανεργίας που ήδη το λαμβάνει μόλις 1 στους 10 ανέργους (!), προσπαθούν με ένα μπαράζ από πίνακες, ποσοστά, γραφήματα και σχεδιαγράμματα να μας πείσουν ότι για τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού… όλα μέλι – γάλα!

   Το νέο πακέτο αντιλαϊκών μέτρων επιβεβαιώνει πολύ χαρακτηριστικά ότι από την επίθεση του κεφαλαίου δεν εξαιρείται κανείς. Πολύ περισσότερο, όμως, οι εργαζόμενοι πρέπει να δουν την αντεργατική επίθεση στη συνέχειά της και στο σύνολό της, στο εισόδημα αλλά και στα δικαιώματά τους. Αρκεί να αθροίσουν τα διάφορα «ποιους πιάνει και ποιους δεν πιάνει» που τους λανσάρουν κατά καιρούς, για να αποκαλυφθεί ανάγλυφα η απάτη.

   Η μεθόδευση με το Ασφαλιστικό είναι χαρακτηριστική: Όταν π.χ. στην προηγούμενη «αξιολόγηση» πετσόκοβαν τις μελλοντικές συντάξεις των σημερινών ασφαλισμένων, όπως και τις ήδη καταβαλλόμενες επικουρικές συντάξεις, λέγανε «ναι, αλλά έτσι σώσαμε τις κύριες…». Σήμερα που συνεχίζουν, πετσοκόβοντας (ξανά) και τις κύριες συντάξεις, βγαίνουν με αντίστοιχο θράσος και λένε: «Ναι, αλλά αυτό αφορά μόνο 1 εκατομμύριο συνταξιούχους, τους άλλους δεν τους πιάνει»!

Ο εργοδοτικός – κυβερνητικός συνδικαλισμός

και η «συμβολή» του και στο νέο αντιλαϊκό γύρο.

   Αντίστοιχα αποφασιστική σημασία για την επιτυχία της απεργίας και, πολύ περισσότερο, για τη συνέχεια, έχει ο συνδυασμός αυτής της μάχης με την προσπάθεια να μετρηθούν βήματα στον απεγκλωβισμό δυνάμεων από την επιρροή του εργοδοτικού – κυβερνητικού συνδικαλισμού, από όλες τις παραλλαγές του, παλιές και «νέες».

   Δίπλα στο διαλυτικό ρόλο του όλο το προηγούμενο διάστημα, πρέπει να αναδειχθεί η καθοριστική «συμβολή» του εργοδοτικού – κυβερνητικού συνδικαλισμού και στο νέο γύρο της αντιλαϊκής επίθεσης, όπως π.χ. με τις «κοινές δηλώσεις» που υπέγραφε μαζί με τον ΣΕΒ και τις άλλες εργοδοτικές Ενώσεις για τα Εργασιακά, δίνοντας τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να κερδίζει χρόνο και να λανσάρει το παραμύθι της «εθνικής γραμμής στα Εργασιακά».

   Πρέπει να αναδειχθεί το γεγονός ότι και σήμερα, πέρα από διάφορα λεκτικά φρου φρου, ο πυρήνας της κριτικής που ασκεί ο εργοδοτικός – κυβερνητικός συνδικαλισμός στα μέτρα, συνίσταται στο ότι είναι «αντιαναπτυξιακά». Βάζει δηλαδή τους εργαζόμενους να «ζυγίζουν» τα δικαιώματα και τις ανάγκες τους με βάση το τι συμβάλλει και τι όχι στην ανάπτυξη των κερδών του κεφαλαίου, όταν ακριβώς η ανάκαμψη αυτών των κερδών επιβάλλει το συνεχές «ξήλωμα» των εργατικών δικαιωμάτων!

   Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα, που δείχνει ανάγλυφα γιατί οι εργαζόμενοι πρέπει ακόμα πιο αποφασιστικά να γυρίσουν την πλάτη σε αυτές τις δυνάμεις, αποτελεί το πιο πρόσφατο «μνημείο» κυβερνητικού – εργοδοτικού συνδικαλισμού, η «ανοικτή επιστολή» της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων (ΟΙΥΕ) προς τον πρωθυπουργό. Σε αυτήν, η ΟΙΥΕ εμφανίζεται να αντιτίθεται στο «γενικευμένο άνοιγμα καταστημάτων τις Κυριακές» (με το… «μη γενικευμένο» που το προετοίμασε δεν έχουν πρόβλημα), επειδή «δεν συμβάλλει στην ανάπτυξη» αλλά και επειδή εκτιμούν ότι «δεν συνιστά προαπαιτούμενο για την επιτυχή κατάληξη της συμφωνίας» (σ.σ. της συμφωνίας που τσακίζει τους εμποροϋπάλληλους όπως και όλους τους εργαζόμενους!) και δεν θέτει «σε διακινδύνευση τη γενικότερη διαπραγμάτευση»…

Στόχος η μαζική ταξική απάντηση, η είσοδος νέων δυνάμεων

στην πάλη και την οργάνωσή της.

   Τις μέρες που απομένουν δεν πρέπει να πάει ούτε μία ώρα χαμένη: Η απεργία στις 17 Μάη, οι κινητοποιήσεις όλη αυτήν τη βδομάδα μπορούν να δώσουν μια μαζική ταξική απάντηση στην αντιλαϊκή πολιτική της κυβέρνησης, των άλλων κομμάτων του κεφαλαίου, της εργοδοσίας και της ΕΕ. Μπορούν να αποτελέσουν ένα σημαντικό βήμα μπροστά για το στόχο της ανασύνταξης του εργατικού κινήματος, για την άνοδο της οργάνωσης στα συνδικάτα, την είσοδο νέων δυνάμεων στην πάλη και την οργάνωσή της, για την ενίσχυση της συμμαχίας των εργαζομένων με τα λαϊκά στρώματα των αυτοαπασχολούμενων της πόλης και της υπαίθρου.

   Με συστηματική προσπάθεια, με έμφαση στους χώρους δουλειάς, με μορφές που ευνοούν τη συμμετοχή εργαζομένων και την πρωτόβουλη δράση κάθε συνδικάτου μέσα σε έναν τέτοιο συνολικότερο σχεδιασμό, μπορούμε να φτάσουμε παντού το μήνυμα του απεργιακού ξεσηκωμού, να ανοίξουμε ακόμα πιο αποφασιστικά τη συζήτηση για την ανάγκη να βρεθούν στο προσκήνιο οι πραγματικές εργατικές – λαϊκές ανάγκες, για την ανάγκη να μπει στο στόχαστρο η καπιταλιστική ιδιοκτησία και εξουσία που ευθύνεται για την αντιλαϊκή επίθεση διαρκείας, που στέκεται εμπόδιο ανάμεσα σε αυτές τις σύγχρονες ανάγκες και την υπαρκτή σήμερα δυνατότητα για την ικανοποίησή τους.

Ο αντεργατικός νόμος στη Γαλλία αντιγράφει «βέλτιστες πρακτικές» από την Ελλάδα

Μετά το «νόμο Μακρόν» του προηγούμενου καλοκαιριού, η γαλλική κυβέρνηση προσπαθεί τώρα με το νομοσχέδιο για τα Εργασιακά, της υπουργού Μυριάμ Ελ Κομρί, να ενισχύσει ακόμα περισσότερο το γαλλικό κεφάλαιο στην προσπάθειά του να επανακάμψει και να μειώσει την απόσταση που το χωρίζει από τους βασικούς του ανταγωνιστές, κυρίως το γερμανικό και βρετανικό κεφάλαιο. Το μέσο για να γίνει η γαλλική καπιταλιστική οικονομία πιο «ανταγωνιστική» είναι η μείωση του κόστους εργασίας, με διάφορα μέτρα που χτυπούν τους μισθούς, τις ώρες εργασίας και τις συλλογικές συμβάσεις.

Τι προβλέπει το νομοσχέδιο

Η βασική καινοτομία που διέπει το νομοσχέδιο και είναι πρωτοφανής για τα γαλλικά δεδομένα, είναι ότι οι επιχειρησιακές συμβάσεις θα θεωρούνται πλέον ανώτερες των κλαδικών. Έτσι, η εργοδοσία θα μπορεί ευκολότερα να εκβιάζει τους εργαζόμενους στο επίπεδο της επιχείρησης, ενώ παράλληλα εξασθενεί η διαπραγματευτική δύναμη της εργατικής τάξης, αφού χάνεται η συλλογική διαπραγμάτευση στον κλάδο και αποδυναμώνονται τα σωματεία που στη Γαλλία είναι κλαδικά.

Τα μέτρα που φιλοδοξεί να περάσει το νέο νομοσχέδιο, μπορούν να ταξινομηθούν σε πέντε βασικούς άξονες:

  1. Ώρες εργασίας. Στα λόγια, ο εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας παραμένει το 35ωρο, που ήταν το σύμβολο της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης Ζοσπέν από τη μια και το «κόκκινο πανί» για την εργοδοσία από την άλλη. Όμως, αυτές οι 35 ώρες εργασίας μπορεί να γίνουν και 48 όταν το επιβάλλουν οι ανάγκες της παραγωγής σε κάθε επιχείρηση, μέχρι και 60, αν το συμφωνήσει η επιχειρησιακή σύμβαση. Το ίδιο και για το μέγιστο αριθμό ωρών εργασίας ανά ημέρα, που μπορεί να περάσει από 10 σε 12 με επιχειρησιακή σύμβαση. Ο υπολογισμός, όμως, σύμφωνα με το νέο νόμο, θα γίνεται σε ετήσια βάση, με τρόπο τέτοιο ώστε ο εβδομαδιαίος μέσος όρος να βγαίνει γύρω στις 35 ώρες. Οπότε, με αυτόν τον υπολογισμό, υπερωρίες θα πληρώνονται σπάνια. Πρόκειται για κλασική διευθέτηση του χρόνου εργασίας, η οποία προβλέπεται από οδηγίες της ΕΕ και ουσιαστικά οδηγεί σε ένταση της εργασιακής εκμετάλλευσης, καθώς καταργείται ο σταθερός ημερήσιος χρόνος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη δυνατότητα αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, για τη φθορά της υγείας του εργαζόμενου και την ασφάλεια στην εργασία, όπως και για την απορρύθμιση της οικογενειακής και κοινωνικής ζωής των εργαζομένων.

  2. Μισθοί. Οι μισθοί θα ακολουθούν πλέον την τύχη της επιχειρησιακής διαπραγμάτευσης, στο βαθμό που αποσυνδέονται από τις κλαδικές συμβάσεις και ο εκβιασμός είναι μεγαλύτερος όταν γίνεται στο επίπεδο της κάθε επιχείρησης χωριστά.

  3. Ανήλικοι μαθητευόμενοι. Ενώ μέχρι τώρα οι μαθητευόμενοι είχαν προστασία στα ωράρια και στη νυχτερινή εργασία, τώρα ο εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας μπορεί να φτάσει έως και τις 40 ώρες.

  4. Αποζημιώσεις σε περίπτωση απόλυσης. Όποιος κι αν είναι ο λόγος της απόλυσης (έστω κι αν είναι καταχρηστικές ή σε εργαζόμενους με αρκετά χρόνια προϋπηρεσίας), οι αποζημιώσεις δεν θα ξεπερνούν τους μισθούς 15 μηνών. Μέχρι σήμερα η μακρά προϋπηρεσία προστάτευε τους εργαζόμενους, γιατί τυχόν απόλυσή τους θα επέβαλλε πληρωμή αποζημίωσης που θα αντιστοιχούσε σε μισθούς αρκετών ετών (24-36 μήνες ή και παραπάνω). Οι καταχρηστικές απολύσεις, πάλι, τιμωρούνταν από τα εργατοδικεία με υψηλές αποζημιώσεις. Αυτό το μέτρο θα λύσει τα χέρια στους εργοδότες, που θα απολύουν ευκολότερα κυρίως παλιούς εργαζόμενους με καλούς μισθούς, για να προσλαμβάνουν νεότερους, φθηνότερους και χωρίς δικαιώματα.

  5. Διαπραγμάτευση για σύμβαση έργου. Αυτό που ίσχυε μέχρι στιγμής για κάποια στελέχη, που δεν πληρώνονταν βάσει των ωρών εργασίας, αλλά ανάλογα με το έργο που προσφέρουν, θα μπορεί να ισχύει και για τα μη στελέχη των επιχειρήσεων. Αυτό το μέτρο συχνά οδηγεί σε ωράρια – λάστιχο, όπου για να βγει ο όγκος του έργου, ο εργαζόμενος δουλεύει και στο σπίτι, νύχτες και σαββατοκύριακα, με ό,τι κινδύνους συνεπάγεται.

Ίδια μέτρα, ίδιες μέθοδοι

Είναι φανερό από τα παραπάνω ότι η κυβέρνηση στη Γαλλία προωθεί μέτρα ανάλογα με αυτά που πήραν οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα με τα δυο προηγούμενα μνημόνια, τα οποία διατηρούνται και εμπλουτίζονται από τη σημερινή κυβέρνηση. Για παράδειγμα, η επί της ουσίας κατάργηση των κλαδικών συμβάσεων με την υπερίσχυση των επιχειρησιακών, αλλά και ο υπολογισμός της αποζημίωσης με τρόπο που να γίνονται οι απολύσεις φτηνότερες για τον εργοδότη, είναι μέτρα που ήδη εφαρμόζονται στην Ελλάδα. Όπως βέβαια και η διευθέτηση του χρόνου εργασίας.

Δηλαδή, οι «βέλτιστες πρακτικές» για τη μεταρρύθμιση του Εργασιακού στη Γαλλία, είναι τα αντιλαϊκά – αντεργατικά μέτρα που εφαρμόζονται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Αντίστροφα, η αντεργατική νομοθεσία στη Γαλλία και σε άλλες χώρες – μέλη της ΕΕ θα αποτελέσουν τον οδηγό για τα μέτρα που σχεδιάζει η κυβέρνηση αμέσως μετά το τέλος της πρώτης «αξιολόγησης», ρίχνοντας από τώρα τροχιοδεικτικές βολές.

Ωστόσο, η ελληνική και η γαλλική κυβέρνηση δεν ταυτίζονται μόνο στο περιεχόμενο των μέτρων που προωθούν σε βάρος της εργατικής τάξης και του λαού, αλλά και στις μεθόδους. Έτσι, ο πρωθυπουργός Βαλς, για να διασφαλίσει την αναγκαία πλειοψηφία για την ψήφιση του νομοσχεδίου, θα χρησιμοποιήσει κατά πάσα πιθανότητα το άρθρο 49-3 του γαλλικού Συντάγματος, που ορίζει ότι καταψήφιση του νομοσχεδίου σημαίνει αυτόματα ψήφο μομφής στην κυβέρνηση.

Η αντιπολιτευόμενη «δεξιά» δηλώνει υποκριτικά αντίθετη στο νομοσχέδιο, αν και είναι σίγουρο ότι θα το στηρίξει στη Γερουσία (Άνω Βουλή) κι αν χρειαστεί και στην Εθνοσυνέλευση. Το μεταλλαγμένο Γαλλικό ΚΚ έχει δηλώσει ότι θα καταψηφίσει το νομοσχέδιο. Το εθνικιστικό – ακροδεξιό FN, παρά τη ρητορική του ενάντια στο νομοσχέδιο, έχει δηλώσει σε όλους τους τόνους ότι έχει θετικά σημεία, ενώ έχει εκφράσει τη στήριξή του στους εργοδότες και στην ανάγκη να παρθούν μέτρα υπέρ τους.

Ενδοαστικές αντιθέσεις και αντιδράσεις

Το νομοσχέδιο έφερε στην επιφάνεια και τις αντιθέσεις που υπάρχουν ανάμεσα σε μερίδες της αστικής τάξης στη Γαλλία, οι οποίες είτε θίγονται, είτε ευνοούνται συγκριτικά λιγότερο στο μεταξύ τους ανταγωνισμό από την εφαρμογή των μέτρων που προωθεί η κυβέρνηση.

Για παράδειγμα, ο Σύνδεσμος Βιομηχάνων (Medef) και κυρίως η Ένωση Μεταλλουργίας (η παραδοσιακή «καρδιά» του γαλλικού καπιταλισμού) βρέθηκαν σε διάσταση απόψεων με το Γενικό Συμβούλιο Μεσαίων και Μικρών Επιχειρήσεων (CGPME), που απασχολούν μέχρι 250 εργαζόμενους ή έχουν ετήσιο τζίρο μέχρι 50 εκατ. ευρώ. Κι οι δύο τα έβαλαν με την κυβέρνηση, ζητώντας ακόμα περισσότερα μέτρα υπέρ τους, αλλά με τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις να κατηγορούν τις μεγαλύτερες ότι ευνοούνται τα μέγιστα από τις αντεργατικές ανατροπές και ενισχύονται στον ανταγωνισμό σε βάρος τους.

Η παρουσίαση του νομοσχεδίου το Φλεβάρη προκάλεσε λαϊκές αντιδράσεις, απεργίες και συλλαλητήρια, με αποκορύφωμα την 31η Μάρτη. Μαζική ήταν η συμμετοχή και στην απεργία της 28ης Απρίλη και της Πρωτομαγιάς, παρά την εντεινόμενη καταστολή, παίρνοντας υπόψη τα έκτακτα μέτρα που ισχύουν μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις 13 Νοέμβρη.

Σημειώνουμε, τέλος, ότι στις κινητοποιήσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη από τα συνδικάτα, υπαγορευμένες από τις αγωνιστικές διαθέσεις και την αγανάκτηση των εργαζομένων και του λαού, συμμετέχουν και χιλιάδες νέοι, αφού τα μέτρα θα πλήξουν κυρίως αυτούς, όταν θα βγουν στην αγορά εργασίας.

Η κυβέρνηση, με διαπραγματευτή τον ίδιο τον πρωθυπουργό, προσπάθησε να «χρυσώσει το χάπι», με μέτρα 400-500 εκατ. ευρώ (επίδομα για εξεύρεση πρώτης εργασίας, υποτροφίες, πλήρη ιατροφαρμακευτική κάλυψη για όσους δεν στηρίζονται από τις οικογένειές τους, εγγυητικός φορέας για ενοικίαση κατοικίας κ.ά.), χωρίς ωστόσο να μπορέσει να κάμψει τη συμμετοχή των νέων στις κινητοποιήσεις.