45 χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 «έξω οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ”

   Τα συνθήματα  στις πύλες του πολυτεχνείου ΕΞΩ οι  ΗΠΑ, ΕΞΩ το ΝΑΤΟ επιχείρησαν πολλοί να τα σβήσουν κάνοντας λοβοτομή στην λαϊκή μνήμη. Όμως σήμερα η ζωή και η πραγματικότητα στον τόπο μας και την ευρύτερη περιοχή μας τα κάνει πιο επίκαιρα από ποτέ.

   45 χρόνια μετά την εξέγερση του Νοέμβρη ο λαός και η νεολαία καλούνται να μπουν και πάλι μπροστά, να ορθώσουν ανάστημα ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς και τις επεμβάσεις.

   Ο φετινός εορτασμός πρέπει να αποτελέσει βήμα κλιμάκωσης της λαϊκής πάλης ενάντια στην εμπλοκή της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, στους οποίους πρωτοστατεί με απύθμενο πολιτικό θράσος η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, σπέρνοντας ΑμερικανοΝατοικές βάσεις σε όλη τη χώρα, μετατρέποντάς την σε ορμητήριο πολέμου .

   Η εξέγερση της νεολαίας στο πολυτεχνείο το 1973 σηματοδοτεί τους αγώνες του λαού και της νεολαία στην χώρα μας για την ανατροπή της δικτατορία των συνταγματαρχών.

   Η δικτατορία των συνταγματαρχών γεννήθηκε μέσα από την κρίση του αστικού πολιτικού συστήματος, με στόχο να το βγάλει από αυτή. Στη φάση της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης, το διαμορφωμένο μετεμφυλιακό καθεστώς εκ των πραγμάτων πρόβαλλε ως παρωχημένο ώστε να εξυπηρετηθούν η πιο ομαλή χειραγώγηση και η ενσωμάτωση των εργατικών – λαϊκών μαζών. Οι πραξικοπηματίες επιδίωκαν να διαμορφωθεί ένα «υγιές» πολιτικό σύστημα, «σύγχρονο», σαφώς αντικομμουνιστικό, με βασικό πυλώνα του την «εθνικόφρονα» παράταξη και με χαρακτηριστικά «αστυνομικού κράτους». Στο πλαίσιό του θα εναλλάσσονταν στην κυβερνητική εξουσία τα αναμορφωμένα αστικά κόμματα, ενώ θα ήταν κατοχυρωμένος και ο παρεμβατικός ρόλος του Στρατού στις πολιτικές εξελίξεις.

   Το ΚΚΕ, από την πρώτη μέρα επιβολής του πραξικοπήματος, ανέδειξε τις ευθύνες των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στην καλλιέργεια του εδάφους και τη δημιουργία προϋποθέσεων για την επιβολή της δικτατορίας. Με την πολιτική και στρατιωτική παρέμβαση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ και σε σύμπραξη με το εγχώριο αστικό κράτος είχε διαμορφωθεί στην Ελλάδα ένας ισχυρός πολυπλόκαμος μηχανισμός απροκάλυπτης βίας με κέντρα το Στρατό και το Θρόνο, άλλες κρατικές και «παρακρατικές» δυνάμεις καταστολής, τη δράση της CIA, τις διασυνδέσεις της.

   Είναι γι αυτό και αποπροσανατολιστική η προσπάθεια απενοχοποίησης των ΗΠΑ – ΝΑΤΟ, που επιχειρείται από αστούς πολιτικούς, ιστορικούς και παράγοντες της αμερικανικής πολιτικής μετά το 1974 ως και  σήμερα. Το πραξικόπημα όχι μόνο ήταν σε γνώση τους, αλλά είχε τουλάχιστον την ανοχή, αν όχι και τη στήριξη μηχανισμών τους.

   Αυτό που καθόριζε τη στάση των ΗΠΑ απέναντι στις κυβερνήσεις της Ελλάδας τότε – όπως και σήμερα – και ειδικότερα στη χουντική επταετία ήταν αν, με τη μια ή την άλλη μορφή της καπιταλιστικής εξουσίας, εξασφάλιζαν τα ιμπεριαλιστικά τους συμφέροντα στη Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και φυσικά σε εκείνη την περίοδο  από  την πολύμορφη επιθετική και διαβρωτική πολιτική τους ενάντια στον ταξικό τους αντίπαλο, την ΕΣΣΔ, τα σοσιαλιστικά κράτη.

   Οι ΗΠΑ αναγνώρισαν επίσημα τη δικτατορία 9 μήνες μετά το πραξικόπημα (21 Γενάρη 1968). Ανακάλεσαν το στρατιωτικό εμπάργκο και έδωσαν στην Ελλάδα πλοία, αεροσκάφη και ορισμένα άρματα μάχης. Έκαναν συχνά επίσημες διμερείς συναντήσεις με τη στρατιωτική χούντα, όπως με τις επισκέψεις του αντιπροέδρου των ΗΠΑ Σπύρο Άγκνιου, του υπουργού Εξωτερικών Σάιρους Βανς, των Ρότζερς – Σίσκο κλπ. Σε όλες τις συναντήσεις το Κυπριακό ήταν από τα κυρίαρχα θέματα.

   Η στρατιωτική χούντα επιδίωξε ομαλές σχέσεις με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Κατά τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο του 1967 είχε δεχτεί να χρησιμοποιηθούν από τις ΗΠΑ οι βάσεις τους στην Ελλάδα. 

   Η επιβολή της στρατιωτικής χούντας προκάλεσε ανησυχία και αμηχανία στους κόλπους της ΕΟΚ, που είχε κάθε συμφέρον να οριοθετείται κατά του σοσιαλιστικού συστήματος, προβάλλοντας την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία. Επιδρούσε και το γεγονός ότι στην καπιταλιστική Ευρώπη αναπτύσσονταν σημαντικοί αγώνες: Διεκδικούνταν οικονομικά αιτήματα, ασφαλιστικά δικαιώματα, συνδικαλιστικές και αστικές δημοκρατικές ελευθερίες. Δυνάμωνε το κίνημα καταδίκης του πολέμου των ΗΠΑ στο Βιετνάμ, γενικότερα της αμερικανικής πολιτικής στήριξης δικτατορικών και απολυταρχικών κυβερνήσεων σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, της πολιτικής του Ισραήλ σε βάρος αραβικών λαών. Τα τότε 9 κράτη-μέλη της ΕΟΚ συνέχισαν τις σχέσεις με την Ελλάδα, με πιο επίσημη τη σχέση της Γαλλίας. Κράτη-μέλη της  πραγματοποιούσαν επαφές κατά τις συνόδους του ΝΑΤΟ, σε πολυμερείς συναντήσεις ή στην Ελλάδα με πρόσχημα επισκέψεις ιδιωτικού χαρακτήρα.

   Η Σοβιετική Ένωση και τα άλλα κράτη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης εκδήλωσαν με πολλούς τρόπους την αλληλεγγύη τους στον ελληνικό λαό.

   Στις 27

Απρίλη 1967 ο ραδιοφωνικός σταθμός Μόσχας, σε εκπομπή του που μεταδιδόταν σε όλες τις γλώσσες, κάλεσε σε παγκόσμια κινητοποίηση για τη σωτηρία των δεσμωτών της χούντας. Την επομένη, η σοβιετική κυβέρνηση επέδωσε επίσημη νότα στον Έλληνα πρέσβη στη Μόσχα. Ακολούθησαν μια σειρά διαβήματα, ενώ στις 21 Φλεβάρη 1968 η ΕΣΣΔ κατήγγειλε τη χούντα στον ΟΗΕ.

 

  Το Μάη του 1967 ο πρόεδρος της ΕΣΣΔ και ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΣΕ Λεονίντ Μπρέζνιεφ δήλωσε δημόσια: «Μια νέα εστία πολέμου για την ειρήνη και τη δημοκρατία παρουσιάστηκε με το στρατιωτικό φασιστικό πραξικόπημα στην Ελλάδα, τα δικαιώματα του ελληνικού λαού καταπατήθηκαν βάναυσα προς το συμφέρον του επιθετικού συνασπισμού του ΝΑΤΟ, το συμφέρον του κύριου εχθρού της ευρωπαϊκής ασφάλειας, του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, που τον συμφέρει να δηλητηριάζει την ατμόσφαιρα των διεθνών σχέσεων στην ήπειρό μας».

   Το στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ελλάδα δεν συνάντησε άμεση λαϊκή αντίδραση – πέρα από μεμονωμένες περιπτώσεις – καθώς δεν υπήρχε καμιά ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική προετοιμασία του εργατικού – λαϊκού κινήματος, πρώτα απ’ όλα από το ΚΚΕ, αλλά και από την ΕΔΑ. Η δικτατορία της 21ης Απριλίου βρήκε το ΚΚΕ χωρίς Κομματικές Οργανώσεις  στην Ελλάδα, μετά την απόφαση της 8ης Ολομέλειας της ΚΕ (5 -10 Γενάρη 1958) να τις διαλύσει και να εντάξει τους κομμουνιστές και τις κομμουνίστριες στην ΕΔΑ, στην οποία ουσιαστικά ανατέθηκε να υποκαταστήσει το ρόλο του Κόμματος. Ταυτόχρονα, το Κόμμα βρισκόταν κάτω από την επίδραση της απροκάλυπτα επιθετικής προσπάθειας της οπορτουνιστικής ομάδας (που λειτουργούσε επί πολλά χρόνια, πριν το πραξικόπημα, στην ΚΕ, στο ΠΓ, στο Κλιμάκιο της ΚΕ στην Ελλάδα) να οδηγήσει το ΚΚΕ σε πλήρη μετάλλαξη, αυτοδιάλυση, ανυπαρξία.

   Η έλλειψη μιας τέτοιας προετοιμασίας ανέκοψε τις όποιες διαθέσεις υπήρχαν μέσα στα πιο ριζοσπαστικοποιημένα τμήματα του λαού, που είχαν τις εμπειρίες και μνήμες του ΕΑΜικού αγώνα και του τρίχρονου αγώνα του ΔΣΕ. Στην έλλειψη άμεσης μαζικής αντίδρασης επέδρασαν και οι χιλιάδες συλλήψεις που πραγματοποιήθηκαν ταυτόχρονα και αμέσως μετά την πραγματοποίηση του πραξικοπήματος.

   Απέναντι στον ελληνικό λαό στήθηκε ο αστυνομικός και στρατιωτικός μηχανισμός του αστικού κράτους. Η Αστυνομία και η Χωροφυλακή παρείχαν στη χούντα τους δεκάδες χιλιάδες φακέλους, όχι μόνο δραστήριων έως τότε κομμουνιστών, αριστερών, ριζοσπαστών, αλλά ακόμη και εκείνων που είχαν δράσει στα χρόνια της Κατοχής και του ΔΣΕ, που όμως αργότερα είχαν αποστασιοποιηθεί από την ενεργό δράση.

   Η πρωτοπορία του εργατικού – λαϊκού κινήματος, χιλιάδες έμπειροι αγωνιστές, βρέθηκαν κρατούμενοι σε όλη την Ελλάδα. Στη συνέχεια εξορίστηκαν στη Γυάρο, στη Λέρο, στην Αλικαρνασσό, στον Ωρωπό και αλλού.

   Με την επιβολή του στρατιωτικού νόμου συστάθηκαν 10 έκτακτα στρατοδικεία σε ισάριθμες πόλεις, ενώ επιβλήθηκαν και άλλα μέτρα, όπως η απαγόρευση των συγκεντρώσεων, η αυστηρή λογοκρισία στον Τύπο κλπ. Η δικτατορία προώθησε τη διείσδυση πρακτόρων της σε μεγάλους χώρους εργασίας, της Παιδείας, στα μέσα μεταφοράς.

   Έξι πενταμελείς πρωτοβάθμιες επιτροπές και μια επταμελής δευτεροβάθμια απασχολούνταν με τη λογοκρισία στο θέατρο και τον κινηματογράφο, στη μουσική και τα τραγούδια, ενώ καταρτίστηκαν και πίνακες απαγορευμένων βιβλίων. Με την Θ΄ Συντακτική Πράξη όλοι οι εκπαιδευτικοί κρίνονταν με βάση τη νομιμοφροσύνη τους προς τη χούντα.

   Από ταξική σκοπιά το στρατιωτικό πραξικόπημα στηρίχτηκε από ισχυρά τμήματα της αστικής τάξης, με πιο φανερή τη στήριξη που παρείχε στη χούντα το εφοπλιστικό κεφάλαιο, ενώ σε ορισμένα άλλα υπήρξε αρχικά μια επιφύλαξη, από το φόβο μήπως αποθαρρυνθεί η πραγματοποίηση επενδύσεων. Στηρίχτηκε  απ’ όλα εκείνα τα τμήματα του κεφαλαίου που αναγνώριζαν το ρόλο και τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην Ελλάδα, όμως ήταν ταυτόχρονα υπέρ της σύνδεσης με την ΕΟΚ, θέση που υιοθέτησε από την πρώτη στιγμή η στρατιωτική χούντα, τονίζοντας ότι ήταν αδιανόητη η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας χωρίς την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα.

   Οι όποιοι δισταγμοί καπιταλιστών ξεπεράστηκαν γρήγορα, καθώς η χουντική κυβέρνηση πήρε αμέσως μέτρα υπέρ του κεφαλαίου (π.χ. φοροελαφρύνσεις) και στην πορεία διαμόρφωσε πρόγραμμα χρηματοδότησης δημόσιων επενδύσεων και ευνοϊκές συνθήκες για Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ). Η καπιταλιστική εργοδοσία επωφελήθηκε από την απαγόρευση κάθε μορφής μαζικής συνδικαλιστικής δράσης, συγκεντρώσεων και κινητοποιήσεων.

   Η στρατιωτική δικτατορία πρόβαλε αρχικά τη θέση υπέρ της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, σε μια περίοδο που η ελληνοκυπριακή αστική τάξη είχε ήδη κάνει την επιλογή της υπέρ της κρατικής ανεξαρτησίας του νησιού. Επίσης, εκτιμούσε ότι η απομάκρυνση του προέδρου Μακάριου θα βελτίωνε το συσχετισμό υπέρ της ένωσης, με τον προσεταιρισμό των ΗΠΑ – ΝΑΤΟ. Απέφευγε τη διεθνοποίηση του Κυπριακού. Στη συνέχεια, σε αντίθεση με την κυβέρνηση της Κύπρου, συμφωνούσε με τα αιτήματα της Τουρκίας για ενισχυμένη αυτοδιοίκηση της τουρκοκυπριακής κοινότητας, θέσεις που στηρίχτηκαν ανοικτά από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Σταδιακά οι συνομιλίες των δύο κοινοτήτων της Κύπρου παραμερίστηκαν και το Κυπριακό έγινε αντικείμενο διαπραγματεύσεων μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής κυβέρνησης.

   Οι ΗΠΑ και η Βρετανία στήριζαν την πολιτική της Τουρκίας, γιατί έτσι εδραιώνονταν περισσότερο η παρουσία και τα συμφέροντά τους στην Κύπρο. Την έθεταν σε τροχιά διχοτόμησης.

   Η κυπριακή κυβέρνηση αντέκρουσε την πολιτική της χούντας. Παρέμεινε στη θέση της διεθνοποίησης του Κυπριακού και αξιοποιούσε τη θετική στάση της Σοβιετικής Ένωσης και άλλων κρατών της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Το χουντικό πραξικόπημα (15 Ιούλη 1974),  έγινε με αφορμή την απόφαση του Μακάριου να αναδιαρθρώσει την Εθνική Φρουρά της Κύπρου. Τόσο η αμερικανική όσο και η βρετανική ηγεσία αναγνώρισαν και στήριξαν την τουρκική εισβολή και το τετελεσμένο της κατοχής του 37% του εδάφους της Κύπρου. Μετά το πραξικόπημα και την εισβολή ακολούθησε η παραίτηση της χούντας στην Ελλάδα με συναινετική παράδοση της διακυβέρνησης στην κυβέρνηση της «Εθνικής Ενότητας», με πρωθυπουργό τον Κ. Καραμανλή.

   Τα αστικά κόμματα φοβούνταν την ανάπτυξη της αντιδικτατορικής λαϊκής πάλης, διαβλέποντας τον κίνδυνο της ριζοσπαστικοποίησής της. Συμφωνούσαν μεταξύ τους, από τον Κ. Καραμανλή έως τον Α. Παπανδρέου, στη μη συμμετοχή του ΚΚΕ σε μεταβατική κυβέρνηση διεξαγωγής εκλογών, ενώ οι περισσότεροι ήταν αρνητικοί και σε συμμετοχή της ΕΔΑ. Στους κόλπους της ηγεσίας του αυτοαποκαλούμενου ΚΚΕ Εσωτερικού εμφανίζονταν κάποιες διαφορές τακτικής απέναντι στη «φιλελευθεροποίηση», η γενική του  γραμμή καθοριζόταν από τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες και τη λογική του «μικρότερου κακού».

   Αν και το μεγάλο μέρος του λαού ήταν αντίθετο με τη χούντα, δεν πήρε μαζικά μέρος στην αντιδικτατορική πάλη, κρατώντας ένα είδος παθητικότητας, στο μεγαλύτερο διάστημα, έως το 1972.

   Όμως η χούντα δεν κατάφερε, παρά τις προσπάθειες που έκανε, να αποκτήσει οργανωμένο λαϊκό έρεισμα.

   Στους τόπους εξορίας και φυλακής οι πολιτικοί κρατούμενοι χρησιμοποιούσαν διάφορες μορφές πάλης κατά της χούντας, έστελναν μηνύματα και πληροφορίες στο εξωτερικό για την κατάσταση στην Ελλάδα, συνέβαλλαν στην ανάπτυξη της διεθνιστικής αλληλεγγύης.

   Οι κύριες μορφές δράσης κατά της χούντας ήταν η διάδοση παράνομου Τύπου και υλικού, προκηρύξεων, τρικ με αντιδικτατορικά συνθήματα,  η μετάδοση ειδήσεων από το εξωτερικό, εκδηλώσεις κατά τη διάρκεια γενικών συνελεύσεων σε Πανεπιστήμια, σε μουσικές εκδηλώσεις και θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικές προβολές. Έλαβαν επίσης χώρα σειρά βομβιστικές ενέργειες που – αν και στηρίζονταν σε ελάχιστες οργανωμένες δυνάμεις – γίνονταν γνωστές στο εξωτερικό τροφοδοτώντας κλίμα διεθνούς αλληλεγγύης. Στις 13 Αυγούστου 1968 πραγματοποιήθηκε από τον Αλέκο Παναγούλη απόπειρα δολοφονίας του Γ. Παπαδόπουλου.

   Το εργατικό κίνημα, σε αρκετές περιπτώσεις με την ώθηση των κομμουνιστών, χρησιμοποιούσε ως μορφές πάλης διαμαρτυρίες μέχρι και μικροαπεργίες, αποσπώντας κάποιες παραχωρήσεις ή αποκρούοντας νέους αντιλαϊκούς σχεδιασμούς της χούντας

   Η χούντα, προκειμένου να βάλει εμπόδια στην ανάπτυξη αγώνων, επιστράτευσε και χρησιμοποίησε τις διορισμένες διοικήσεις της ΓΣΕΕ, των Εργατικών Κέντρων, των Ομοσπονδιών και σωματείων.

   Ο αντιδικτατορικός αγώνας πήρε μαζικό πολιτικό χαρακτήρα με τη φοιτητική εξέγερση κατάληψης της Νομικής (21-22 Φλεβάρη 1973) και κορυφώθηκε στο Πολυτεχνείο (14-17 Νοέμβρη 1973). Τις μέρες του Πολυτεχνείου πραγματοποιήθηκαν καταλήψεις στα Πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης, Πάτρας, Ιωαννίνων.

   Ο λαϊκός αγώνας στο Πολυτεχνείο εξέφραζε ώριμες διαθέσεις. Το ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο του ήταν ότι πραγματοποιήθηκε σε πλήρη αντίθεση και ρήξη με το νομικό πλαίσιο της χούντας, τις αρχές και τους μηχανισμούς της, τους σχεδιασμούς των αστικών δυνάμεων υπέρ της χουντικής «φιλελευθεροποίησης». Χαρακτηριστικό του ήταν επίσης η συμμετοχή και αλληλεγγύη μαθητών και σπουδαστών τεχνικών σχολών, εργατικών και λαϊκών μαζών, συμμετοχή που διαφύλαξε το φοιτητικό κίνημα από την επίθεση απομόνωσής του. Έτσι το Πολυτεχνείο πήρε τη μορφή λαϊκής εξέγερσης κατά της δικτατορίας.

   Στον πολιτικό προσανατολισμό του αγώνα κατά την εξέλιξή του συνέβαλε αποφασιστικά η παρέμβαση των δυνάμεων της ΚΝΕ και της Αντιδικτατορικής ΕΦΕΕ, που είχαν ισχυρή και μαζική οργανωμένη παρουσία. Η Αντι – ΕΦΕΕ είχε πραγματοποιήσει στην Αθήνα το Α’ Πανελλαδικό Αντιδικτατορικό Συνέδριό της τον Ιούλη του 1972, ενώ το Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς κυκλοφόρησε το πρώτο φύλλο της εφημερίδας «Πανσπουδαστική».

   Συνέβαλαν επίσης ο «Ρήγας Φεραίος», δυνάμεις του ΠΑΚ και ορισμένες άλλες από το χώρο των λεγόμενων αριστεριστών. Παρά τις διαφορές μεταξύ τους και την ιδεολογική, πολιτική διαπάλη που αναπτύχθηκε για την αξία σχεδιασμένου στην προοπτική του αγώνα, τελικά έγινε δυνατή η εκλογή Συντονιστικής Επιτροπής, την πρώτη και τη δεύτερη μέρα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Ήταν προϋπόθεση για την εύστοχη γενικά κατεύθυνση της κατάληψης, τη διαμόρφωση ενός πλαισίου πάλης στο οποίο κυριάρχησαν, ανάμεσα σε πολλά και διαφορετικά, τα συνθήματα.

ΨΩΜΙ – ΠΑΙΔΕΙΑ – ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ – ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ,

ΕΞΩ ΤΟ ΝΑΤΟ ΚΑΙ ΟΙ ΗΠΑ,

ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ.

   Το Πολυτεχνείο επιτάχυνε την αποσύνθεση του δικτατορικού καθεστώτος και μαζί με την τουρκική εισβολή στην Κύπρο οδήγησαν στην κατάρρευσή της.

   Μετά την πτώση της δικτατορίας εισαγγελικό πόρισμα κατέγραψε, κατά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, 18 βεβαιωμένους νεκρούς, 1.103 τραυματίες πολίτες.

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.