ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΑ ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ Τέσσερις τροπολογίες του ΚΚΕ για την προστασία και την ανακούφιση εργαζομένων και ανέργων

   Τέσσερις τροπολογίες κατέθεσαν βουλευτές του ΚΚΕ στο σχέδιο νόμου του υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις Δημοσίου και λοιπές ασφαλιστικές διατάξεις, ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων, δικαιώματα ατόμων με αναπηρίες και άλλες διατάξεις», του οποίου η συζήτηση συνεχίζεται σήμερα στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής. 

   Η πρώτη αφορά την «Απαλλαγή από τον ΕΝΦΙΑ Σωματείων, Ομοσπονδιών και Εργατικών Κέντρων για τα ακίνητα που ιδιοχρησιμοποιούν για την εκπλήρωση των σκοπών τους». Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, «είναι παράλογο από τη μία να απαλλάσσονται ΜΚΟ και αθλητικά σωματεία, ενώ τα εργατικά σωματεία να θεωρούνται από την κυβέρνηση ότι δεν εκπληρώνουν κοινωφελείς σκοπούς, μορφωτικού, εκπαιδευτικού, πολιτιστικού, αθλητικού περιεχομένου. Τα εξοντωτικά ποσά φόρων μέσω του ΕΝΦΙΑ που χρεώθηκαν σε Εργατικά Σωματεία, Εργατικά Κέντρα και τις Ομοσπονδίες για τα ακίνητα που ιδιοχρησιμοποιούν, ουσιαστικά απαγορεύουν τη στοιχειώδη λειτουργία τους». (Διαβάστε εδώ αναλυτικά).

   Η δεύτερη αφορά την «Αναγνώριση του χρόνου ανεργίας των εργαζομένων, αυτοαπασχολούμενων επαγγελματοβιοτεχνών και επιστημόνων ελεύθερων επαγγελματιών ως συντάξιμου χρόνου ασφάλισης». Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, «σήμερα δεν υπάρχει εργατική – λαϊκή οικογένεια που να μην έχει τουλάχιστον έναν άνεργο. Χιλιάδες εργαζόμενοι συνθλίβονται στην πρέσα της ανεργίας, της ανασφάλειας. Για όσους εργάζονται το φάσμα της ανεργίας αποτελεί καθημερινό άγχος. Η εκτόξευση της ανεργίας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τα προγράμματα κοινωφελούς εργασίας, που τη διαιωνίζουν και την ανακυκλώνουν, ούτε τις ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης που στηρίζει η κυβέρνηση και τα άλλα κόμματα που στηρίζουν τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, ούτε άλλα διαχειριστικού τύπου προγράμματα που προωθούνται στο πλαίσιο της ΕΕ, που ουσιαστικά επιδοτούν τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους». (Διαβάστε εδώ αναλυτικά).

   Η τρίτη τροπολογία αφορά τη «Δίωξη μεγαλομετόχων και μελών ΔΣ εταιρειών για παραβίαση της παρ. 1 του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945 – Δήλη ημέρα καταβολής μισθού – Παράσταση πολιτικής αγωγής για δεδουλευμένες αποδοχές και αποζημίωση απόλυσης».

   Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση «σε αρκετές περιπτώσεις εκδίκασης των ποινικών υποθέσεων για καθυστέρηση στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών, αλλά και για υπαίτια μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών ή μη καταβολή των οφειλόμενων αποζημιώσεων απόλυσης, πολλοί εργοδότες – κατηγορούμενοι καταφέρνουν να απαλλαγούν.

   Στην απαλλαγή αυτή συμβάλλει, μεταξύ άλλων, σε σημαντικό βαθμό, το γεγονός ότι κατά την κρατούσα νομολογία των δικαστηρίων δεν είναι νόμιμη, με αποτέλεσμα να αποβάλλεται από τη διαδικασία η παράσταση πολιτικής αγωγής από πλευράς του απλήρωτου εργαζόμενου στις πιο πάνω υποθέσεις, Έτσι δεν δίνεται η δυνατότητα στον απλήρωτο – αδικηθέντα εργαζόμενο, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας σε βάρος του παρανομούντος εργοδότη, να υποστηρίξει την κατηγορία με την αξιοποίηση αποδεικτικών μέσων όπως μαρτύρων, αλλά και με την παρουσία συνηγόρου της πολιτικής αγωγής». (Διαβάστε εδώ αναλυτικά).

   Η τέταρτη τροπολογία αφορά την «κατάργηση δικονομικών διατάξεων που αφορούν την υποβάθμιση των προνομίων των εργατικών απαιτήσεων κατά την αναγκαστική εκτέλεση (πλειστηριασμός – πτώχευση)».

   Στην αιτιολογική έκθεση αναφέρεται ότι «με τους ισχύοντες νόμους, αλλοιώθηκε και ουσιαστικά εκμηδενίστηκε το προνόμιο των εργατικών απαιτήσεων έναντι άλλων πιστωτών σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης (πλειστηριασμού ή πτώχευσης) σε βάρος της περιουσίας του οφειλέτη -εργοδότη των εργαζομένων.

   Αποτέλεσμα της αντεργατικής αυτής τροποποίησης στο σύστημα των προνομίων είναι η ματαίωση της ουσιαστικής ικανοποίησης των εργαζομένων και όποιας προστασίας τους έχει απομείνει, οι οποίοι μάλιστα είναι και οι τελευταίοι που ασκούν καταδιωκτικά μέτρα κατά του εργοδότη τους, είτε λόγω οικονομικής ένδειας σε συνδυασμό με την αύξηση του κόστους προσφυγής στη δικαιοσύνη είτε λόγω των απειλών για απώλεια των θέσεων εργασίας.

   Τουναντίον, τόσο οι τράπεζες όσο και οι άλλοι προνομιούχοι πιστωτές έχουν στο οπλοστάσιό τους αναρίθμητα οικονομικά και δικονομικά μέσα για την ικανοποίησή τους πριν το στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης ή της πτώχευσης». (Διαβάστε εδώ αναλυτικά). 

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.