ΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ ΠΑΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΛΗΣ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ ΤΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ

Από την Ημερίδα

Επείγουσα ανάγκη η σχεδιασμένη οργάνωση της πάλης στο μέτωπο των Συλλογικών Συμβάσεων.

 

Αποσπάσματα από την εισηγητική τοποθέτηση του Γιάννη Τασιούλα, εκ μέρους της Εκτελεστικής Γραμματείας του ΠΑΜΕ.

 

Με τη σημερινή Ημερίδα δεν θέλουμε απλά να καταγράψουμε ορισμένα προβλήματα, σοβαρά, οπωσδήποτε. Θέλουμε να συζητήσουμε τη σημασία που έχει το μέτωπο των Συλλογικών Συμβάσεων και τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να ανοίξει.

Δεν είναι από τα συνηθισμένα. Αφορά την καρδιά της ταξικής αναμέτρησης με την ενιαία επιθετική πολιτική του κεφαλαίου. Την υπεράσπιση της εργατικής τάξης και του βιοτικού της επιπέδου από τη ληστρική εκμετάλλευση του κεφαλαίου, τη διεκδίκηση των απωλειών που είχε και, κυρίως, τη διαμόρφωση των συνθηκών εκείνων που θα ενισχύσουν τη διαπραγματευτική της θέση απέναντι στην καπιταλιστική εργοδοσία.

Με λίγα λόγια, συζητάμε πώς θα οργανώσουμε την αντεπίθεσή μας ενιαία, κατά κλάδο, πανελλαδικά. Είναι ανάγκη, επομένως, να επικεντρώσουμε τη συζήτησή μας σε αυτό ακριβώς το ζήτημα: Πώς θα δημιουργήσουμε αυτούς τους όρους που θα μας επιτρέπουν να περάσουμε στην αντεπίθεση;

Χρειάζονται πολύ μεγάλη προσπάθεια και αποφασιστικά βήματα στο βαθμό οργάνωσης των εργαζομένων, στην ενίσχυση της ταξικής γραμμής που προβάλλει και παλεύει στην πράξη το ΠΑΜΕ, καθώς και τα Σωματεία, οι Ομοσπονδίες, τα Εργατικά Κέντρα, οι οργανώσεις που συσπειρώνονται σε αυτήν τη γραμμή. Σε αυτήν την προσπάθεια, σε κάθε μέτωπο πάλης, είναι αναγκαίο ενιαία να δουλέψουμε και να δράσουμε με σκοπό:

  • Τη διαφώτιση, συσπείρωση και κινητοποίηση δυνάμεων.
  • Καλή προετοιμασία για κάθε βήμα που θα κάνουμε.
  • Να αντιπαλέψουμε με σθένος τις δυσκολίες και να αξιοποιήσουμε δυνατότητες.
  • Να βοηθήσουμε να ξεπεραστούν αυταπάτες, λογικές επιζήμιες, που οδηγούν στην άποψη ότι «τίποτα δεν αλλάζει», «τίποτα δεν μπορεί να γίνει», ότι οι εργαζόμενοι μπορούν να ελπίζουν ότι θα ικανοποιηθούν τα συμφέροντά τους στη γραμμή της ταξικής συνεργασίας, στο πλαίσιο του συμβιβασμού τους με τους στόχους και τα συμφέροντα του κεφαλαίου ή να περιμένουμε πότε θα έρθει η ανάπτυξη που ευαγγελίζεται η κυβέρνηση.

Για την εργατική τάξη δεν υπάρχει καμία ελπίδα, κι όταν ακόμα περάσουμε σε κάποια ανάπτυξη,αν δεν οργανώσει τον αγώνα της.

Γι’ αυτό και οι αγώνες μας δε θα έχουν δυναμισμό και προοπτική αν δε συνδέονται με ισχυρή αμφισβήτηση της κυριαρχίας του κεφαλαίου. Είναι εχθρική προς την εργατική τάξη η άποψη που ταυτίζει τις ανάγκες της με τους στόχους του κεφαλαίου για ανταγωνιστικότητα, κερδοφορία, ανάκαμψη κερδών. Δεν αποδεχόμαστε, αμφισβητούμε αυτούς τους στόχους. Δε δεχόμαστε να δουλεύουμε για ένα ξεροκόμματο, όταν εμείς παράγουμε όλο τον πλούτο. Σε τελευταία ανάλυση, εμείς παλεύουμε για ανάπτυξη προς όφελος του λαού και όχι της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Στο βαθμό που συνειδητοποιείται αυτή η ανάγκη θα έχουμε και αποτελεσματικούς διεκδικητικούς αγώνες.

Οι απώλειες των εργαζομένων από την επίθεση κεφαλαίου – κυβέρνησης

Την περίοδο της κρίσης, το σύνολο των μισθών μειώθηκε από τα 85 δισ. ευρώ το 2009 στα 56 δισ. ευρώ το 2014, δηλαδή κατά 30 δισ. ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζουμε την αύξηση της φορολογίας και συμπεριλαμβάνοντας μισθούς που αφορούν διευθυντικά στελέχη, που οι αμοιβές τους δεν μειώθηκαν. Είναι αποκαλυπτικό πως, ως ποσοστό του ΑΕΠ, το μερίδιο της εργασίας έπεσε από 61,9% το 2009 στο 53% το 2014.

Σε επίπεδο αγοραστικής δύναμης, ο μέσος ακαθάριστος μισθός στην Ελλάδα, κατά το 2014, φτάνει μόλις το 66% της αντίστοιχης μέσης αγοραστικής δύναμης των 15 πιο προηγμένων χωρών της ΕΕ, από 82% το 2009 και 78,5% το 2011. Η αγοραστική δύναμη έχει υποχωρήσει ακόμα και από τα επίπεδα του 2002, που βρισκόταν στο 75% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Ο μέσος μισθωτός, πριν από τη φορολογία εισοδήματός του, έχει χάσει το 25% της αγοραστικής του δύναμης των αποδοχών που είχε το 2009, ενώ οι μισθωτοί ως σύνολο έχουν χάσει τα 2/5 της αγοραστικής τους δύναμης. Οι απώλειες στην αγοραστική δύναμη των μισθωτών γίνονται ακόμα μεγαλύτερες αν ληφθεί υπόψη η μεγάλη φορολογική αφαίμαξη των τελευταίων χρόνων. Συνυπολογίζοντας όλους αυτούς τους παράγοντες, μπορούμε να εκτιμήσουμε πως οι συνολικές απώλειες στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων φθάνουν ή και προσεγγίζουν το 50% την περίοδο της κρίσης.

Αναφορικά με τον κατώτατο μισθό, η περικοπή του προωθήθηκε με την Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου το Φλεβάρη του 2012, με την οποία μειώθηκε κατά 22% σε σχέση με αυτόν που προέβλεπε η ΕΓΣΣΕ την 1/1/2012. Σε απόλυτα νούμερα, αυτό σημαίνει ότι ένας άγαμος χωρίς προϋπηρεσία έπαιρνε ως κατώτερο μισθό 751,39 ευρώ, ενώ μετά τις μειώσεις παίρνει 586 ευρώ μεικτά. Μάλιστα, όσοι είναι κάτω από 25 χρόνων, παίρνουν 511 ευρώ μεικτά, δηλαδή η μείωση γι’ αυτούς ήταν 32%. Η επίθεση στον κατώτατο μισθό είχε ως αποτέλεσμα οι αποδοχές το 2014 να είναι χαμηλότερες ακόμα και από τα κατώτατα όρια των αρχών της δεκαετίας του 1990.

Αναφορικά με τους κλαδικούς μισθούς και τις απώλειες σε αυτούς, πρέπει να συνυπολογισθεί ως βασική αρνητική αλλαγή στο θεσμό των κλαδικών συμβάσεων το γεγονός ότι η υπογραφή νέων συμβάσεων δεν εξασφαλίζει τις μέχρι σήμερα αποδοχές των εργαζομένων. Αυτό συμβαίνει γιατί σύμφωνα με το νόμο 4093/12 η διαπραγμάτευση για τους μισθούς μπορεί πλέον να ξεκινήσει ακόμη και από τα 586 ευρώ του κατώτατου μισθού, δίχως δηλαδή να θεωρούνται ως βάση διαπραγμάτευσης οι όροι της ΣΣΕ που έληξε ή καταγγέλθηκε.

Παράλληλα, ακόμη και αν υπογραφεί σύμβαση εντός του τριμήνου της μετενέργειας, αν μια επιχείρηση δεν είναι μέλος της εργοδοτικής οργάνωσης που την έχει υπογράψει, δεν δεσμεύεται για την εφαρμογή της, όπως έχουμε αναφέρει. Πιο απλά, αν μια επιχείρηση δεν είναι μέλος εργοδοτικής οργάνωσης μπορεί να υπογράψει επιχειρησιακή, ή και ατομικές συμβάσεις, στα εξευτελιστικά επίπεδα του κατώτατου μισθού, αδιαφορώντας για την κλαδική ΣΣΕ.

Οι περισσότερες νέες κλαδικές ΣΣΕ που υπογράφτηκαν μετά τη διαμόρφωση του νέου νομοθετικού πλαισίου περιέχουν σημαντικές μειώσεις μισθών για τους εργαζόμενους: Στα ξενοδοχεία (-15%), στο εμπόριο (-6,3%), στις τράπεζες (-6%), στις εργοληπτικές και κατασκευαστικές επιχειρήσεις (-18%), στα τεχνικά γραφεία ανελκυστήρων (-10%).

Οι μειώσεις στο μέσο κλαδικό μισθό, όπως καταγράφεται στα στοιχεία του ΙΚΑ, κινούνται σε γενικές γραμμές στα ίδια επίπεδα. Στα τρόφιμα – ποτά ο μέσος μισθός υποχώρησε κατά 11%, στον επισιτισμό – τουρισμό υποχώρησε κατά 16%, στο λιανικό εμπόριο κατά 9%, στην Εκπαίδευση κατά 7,7%, στην Υγεία κατά 11%. Οι μειώσεις αυτές των κλαδικών ΣΣΕ γίνονται ακόμη δραστικότερες για εκείνους τους εργαζόμενους που περνούν από πλήρη σε μερική απασχόληση. Και βέβαια πρέπει να συνυπολογισθεί και η μη τήρηση από εργοδότες του κλάδου της όποιας ΣΣΕ έχει υπογραφεί.

Ο ρόλος του κυβερνητικού – εργοδοτικού συνδικαλισμού.

Εκτός από τις κυβερνήσεις, σημαντική βοήθεια στην υλοποίηση των αντεργατικών σχεδιασμών έδωσε ο κυβερνητικός – εργοδοτικός συνδικαλισμός. Η πλειοψηφία στη ΓΣΕΕ σταθερά προωθούσε τη γραμμή του «κοινωνικού εταιρισμού», των «κοινωνικών διαλόγων», την πολιτική του κεφαλαίου, που συμπυκνωνόταν στα συνθήματα της ανταγωνιστικότητας, της επιχειρηματικότητας, της επίτευξης των «εθνικών στόχων», που καθόριζε κάθε φορά για λογαριασμό του κεφαλαίου η εκάστοτε κυβέρνηση.

Οντας υπέρμαχη των θέσεων του κεφαλαίου, υπέγραψε σε περίοδο ανάπτυξης Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) που έκανε τη μεγαλοεργοδοσία να τρίβει τα χέρια της. Είναι γνωστές οι περίφημες αυξήσεις των 30 και 77 λεπτών, που εκτός των άλλων, δημιουργούσαν ασφυκτικούς όρους και ήταν η βάση των διαπραγματεύσεων για τις κλαδικές συμβάσεις που ακολουθούσαν. Ο ρόλος της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ δεν περιορίστηκε μόνο στο ζήτημα της υπογραφής ΕΓΣΣΕ. Η συμμετοχή τους στους «κοινωνικούς διαλόγους» έδωσε επιπλέον όπλα στη μεγαλοεργοδοσία για την ανατροπή θεμελιωμένων δικαιωμάτων στις εργασιακές σχέσεις.

Η στάση της αθωώνει και συμπληρώνει το αντεργατικό παζλ για την εξάπλωση των ελαστικών μορφών απασχόλησης, τις περικοπές που δικαιολογούνταν ως «μη μισθολογικό κόστος». Εχουν μεγάλη ευθύνη για τη συμβολή τους στην ενίσχυση της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας και της θεωρίας των ισοδύναμων μέτρων ως αντιστάθμισμα στα αντιλαϊκά μέτρα. Ισοδύναμα μέτρα που ήταν το ίδιο αντιλαϊκά.

Η πολεμική της απέναντι στο ΠΑΜΕ, στα εργατικά συνδικάτα και τις Ομοσπονδίες, για «μαξιμαλιστικά αιτήματα» και πλαίσιο πάλης που δε συμβαδίζει με τις «αντοχές της καπιταλιστικής οικονομίας», στην πράξη λειτούργησε ως μοχλός πίεσης στους εργαζόμενους για να ρίξουν τον πήχη των απαιτήσεών τους. Εφτασε σε σημείο να επικυρώσει με την υπογραφή της τα 586 ευρώ που νομοθέτησε η προηγούμενη κυβέρνηση, τη διάκριση σε βάρος των νέων κάτω των 25 χρόνων με τα 511 ευρώ, με τη φθηνή δικαιολογία ότι το έκανε για να σωθούν ο θεσμός των συμβάσεων και το επίδομα γάμου!

Η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ, ακόμη και σήμερα, επιβεβαιώνει ότι είναι στην απέναντι πλευρά, ενάντια στα συμφέροντα των εργαζομένων. Η στάση της στο περσινό δημοψήφισμα, η σταθερή προσήλωση στον καπιταλιστικό μονόδρομο δεν αμφισβητούνται. Εκείνο που προτάσσει είναι η καλύτερη διαχείριση που δήθεν θα εξανθρωπίσει τον καπιταλισμό. Αλλά και όσοι σήμερα στέκονται στο πλευρό της κυβέρνησης και διαμορφώνουν το νέο κυβερνητικό συνδικαλισμό οδηγούν με την τακτική και το ρόλο τους στην ενσωμάτωση των εργαζομένων στη γραμμή του κεφαλαίου, καλλιεργώντας αυταπάτες και ψεύτικες προσδοκίες.

Είναι εξόφθαλμο ότι όλοι αυτοί, με νέο κυβερνητικό κουστούμι, αναπαράγουν ξοφλημένες από την ίδια τη ζωή θεωρίες και επιχειρήματα, που συγκλίνουν στην άποψη ότι χωρίς σύγκρουση με τα μονοπώλια, το σύστημα του κεφαλαίου, αλλά με κοινωνικό διάλογο θα βελτιωθεί σιγά σιγά, αργά αργά η ζωή των εργαζομένων.

Επείγουσα ανάγκη η ανασύνταξη του εργατικού κινήματος

Η οργάνωση της πάλης για την κάλυψη των απωλειών σε μισθούς και μεροκάματα, για ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο και ειδικά η επαναφορά του καθεστώτος των ΣΣΕ παραμένει στην προμετωπίδα του αγώνα μας, γιατί συνδέεται με όλους τους όρους ζωής και δουλειάς των εργαζομένων, γιατί επιδρά στο σήμερα και το αύριο. Συνδέεται με διάφορες κοινωνικές παροχές, επιδόματα ανεργίας, ασθένειας, τις συντάξεις.

Από αυτήν την άποψη, είναι επείγουσα ανάγκη η οργάνωση της πάλης. Η αποτελεσματικότητα του αγώνα θα κριθεί στο βαθμό που θα γίνονται βήματα στην αντιμετώπιση των αρνητικών φαινομένων που έχουμε στο συνδικαλιστικό κίνημα. Πάνω στους αγώνες σε οξυμένα προβλήματα είναι ανάγκη να μετρήσουμε αποτελέσματα, που συνδέονται με την ανασύνταξη του κινήματος.

Σε αυτήν την κατεύθυνση, χρειάζεται συγκεκριμένο σχέδιο σε κλαδικό επίπεδο, με ιεράρχηση χώρων όπου θα συζητήσουμε αναλυτικά με τους εργαζόμενους για το τι χρειάζεται να γίνει, πού και πώς θα δώσουμε τη μάχη με την εργοδοσία. Στη μάχη αυτή θα ρίξουμε όσες εφεδρείες έχουμε, θα αξιοποιήσουμε δυνατότητες και τις κατάλληλες μορφές πάλης που θα ανεβάζουν την πίεση, τη διεκδίκηση απέναντι στη μεγαλοεργοδοσία και θα διαπαιδαγωγούν τους εργαζόμενους σε μαχητική στάση απέναντι στα συμφέροντα του κεφαλαίου.

Στην κατεύθυνση αυτή, είναι ανάγκη να έχουμε πλήρη συνείδηση των συνθηκών που έχουν διαμορφωθεί. Συνθήκες έντονα αρνητικές, με πολλά προβλήματα και εμπόδια, με τα οποία οφείλουμε να αναμετρηθούμε. Εχουμε να αναμετρηθούμε:

— Με τις συνέπειες της κρίσης που συνεχίζεται, καθώς και το υψηλό ποσοστό ανεργίας και την πίεση που ασκούν στις γραμμές της εργατικής τάξης.

— Την επιθετικότητα της εργοδοσίας, που στο όνομα της ανάπτυξης εντείνει την αδιαλλαξία της.

— Το αντεργατικό – αντιλαϊκό οπλοστάσιο με το οποίο έχει θωρακιστεί η εργοδοσία.

— Την υποχώρηση του κινήματος, το χαμηλό βαθμό οργάνωσης της εργατικής τάξης στους τόπους δουλειάς και τον προδοτικό ρόλο των ανθρώπων της εργοδοσίας στο συνδικαλιστικό κίνημα, τον κατακερματισμό του συνδικαλιστικού κινήματος.

— Το κλίμα ηττοπάθειας, συμβιβασμού και μείωσης της απαιτητικότητας, που έχει απλωθεί σε πλατιές μάζες της εργατικής τάξης.

— Την παραπλανητική προπαγάνδα της κυβέρνησης και των άλλων κομμάτων που παγιδεύουν τους εργαζόμενους σε αυταπάτες και ψεύτικες ελπίδες.

Είναι παράγοντες που δεν έχουμε περιθώρια να υποτιμήσουμε, αλλά να τους υπολογίζουμε ώστε να σχεδιάζουμε σε κάθε βήμα τους την ανατροπή τους. Οφείλουμε, κατά συνέπεια, να συζητήσουμε πώς θα εξουδετερώσουμε αυτά τα εμπόδια, όπως επίσης να δούμε καλύτερα τα όπλα που διαθέτουμε και πώς θα ενισχύσουμε ακόμα καλύτερα το οπλοστάσιό μας.

  • Ισχυρό όπλο είναι η ενότητα της εργατικής τάξης απέναντι στην εργοδοσία, στους μονοπωλιακούς ομίλους, σε κάθε εργοστάσιο, χώρο δουλειάς, σε κάθε κλάδο. Είναι στόχος προς κατάκτηση και ταυτόχρονα όρος για νικηφόρους αγώνες. Μέτωπο με πολλές απαιτήσεις. Στο βαθμό που γίνονται βήματα σε αυτήν την κατεύθυνση θα δημιουργούνται και καλύτερες προϋποθέσεις. Απαιτείται πολύ εξειδικευμένη δουλειά με σχέδιο σε κάθε κλάδο, σε κάθε τόπο δουλειάς και ταυτόχρονα υπολογισμός και σχέδιο για την αντιμετώπιση όλων εκείνων των παραγόντων και δυνάμεων που εμποδίζουν την ενότητα των γραμμών της εργατικής τάξης.
  • Επιθετική και καλά οργανωμένη διαφώτιση, με εύστοχη και εξειδικευμένη επιχειρηματολογία.
  • Συμμετοχή των εργαζομένων σε κάθε βήμα οργάνωσης του αγώνα, που είναι ανάγκη να ανεβαίνει διαρκώς από κλάδο σε κλάδο, από εργοστάσιο σε εργοστάσιο, από επιχείρηση σε επιχείρηση. Είναι απαραίτητη, δηλαδή, η ουσιαστική βελτίωση της λειτουργίας των Συνδικάτων.
  • Απαιτείται η μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση δυνάμεων κατά κλάδο και ένταξη σε αυτόν τον αγώνα όσο γίνεται περισσότερων Σωματείων.
  • Απαιτείται συντονισμένη και καλή οργάνωση αυτού του αγώνα, γιατί δεν μπορεί να επιτευχθούν οι στόχοι που θέτουμε αν δεν ανοίγουν ταυτόχρονα μέτωπα σε περισσότερους κλάδους, σε περισσότερα εργοστάσια κι επιχειρήσεις.
  • Απαιτείται, ταυτόχρονα, και πολιτική συμμαχιών και συσπείρωση. Το κύριο μέτωπο είναι τα μονοπώλια, οι μονοπωλιακοί όμιλοι.

Στο βαθμό που αντιμετωπίζουμε ενιαία αυτά τα καθήκοντα θα δημιουργούμε και τους καλύτερους όρους για νικηφόρους αγώνες και ταυτόχρονα θα προωθείται η ανασύνταξη του κινήματος.

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.
Αρέσει σε %d bloggers: