Μετανάστες: Λαθεμένο μου φαινόταν πάντα τ’ όνομα που μας δίναν

Λαθεμένο μου φαινόταν πάντα τ’ όνομα που μας δίναν:

«Μετανάστες»
Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε
και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε

να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.

 

Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνήγησαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα ‘ναι, μα εξορία.

Έτσι απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιο κοντά στα σύνορα,
προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό
σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ’ ερωτήσεις

κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα
ν’ απαρνιόμαστε,
χωρίς να συγχωράμε τίποτ’ απ’ όσα έγιναν, τίποτα δε συγχωράμε.

 

Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ’ εδώ
τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ’ τα στρατόπεδά τους. Εμείς
οι ίδιοι
μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε
τα σύνορα να δρασκελίσει.

 

Ο καθένας μας, περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα,
μαρτυράει τη ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.

Όμως κανένας μας
δε θα μείνει εδώ.

Η τελευταία λέξη
δεν ειπώθηκε ακόμα.

 

 

Ποίημα του  Bertolt Brecht, που έγραψε το 1937, όταν ζούσε αυτοεξόριστος στη Σκανδιναβία, κυνηγημένος από το ναζιστικό καθεστώς.

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.
Αρέσει σε %d bloggers: