«Καλλικράτης» και Υγεία – Πρόνοια

Στα τέλη Φλεβάρη 2010, ο πρωθυπουργός κάλεσε τους διοικητές και υποδιοικητές των 7 υγειονομικών περιφερειών να γίνουν πρωταγωνιστές του προγράμματος σταθερότητας στο χώρο της Υγείας. Το πρόγραμμα αυτό συνδεόταν άμεσα και με τον «Καλλικράτη», στο πλαίσιο του οποίου την ευθύνη της Υγείας και της Πρόνοιας θα αναλάβει η Τοπική Διοίκηση.

Η λεγόμενη «αποκέντρωση» των αρμοδιοτήτων για την Υγεία και Πρόνοια σε Τοπική Διοίκηση και Περιφέρεια, δεν εξυπηρετεί τις λαϊκές ανάγκες. Αντίθετα, εντάσσεται στις αναγκαίες για το κεφάλαιο αναδιαρθρώσεις στον Τομέα της Υγείας – Πρόνοιας και των εργασιακών σχέσεων που απαιτεί η επίτευξη των στόχων της στρατηγικής της Λισαβόνας, ώστε να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.

Η ανάπτυξη και λειτουργία των υπηρεσιών Υγείας – Πρόνοιας θα εξαρτάται κύρια από την επιχειρηματική ικανότητα των δήμων και περιφερειών, το μέγεθος και την κοινωνικοοικονομική σύνθεσή τους. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να κατηγοριοποιούνται τα νοσοκομεία και οι υπηρεσίες σε καλές, μέτριες και υποτυπώδεις ως προς την επάρκεια και το επίπεδο των υποδομών, του ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, τις ερευνητικές τους δυνατότητες κ.ά. Θα διαφοροποιούνται και οι εργαζόμενοι ανάλογα με την οικονομική και ασφαλιστική τους κατάσταση θα υποχρεώνονται να κατευθύνονται στα αντίστοιχης κατηγορίας νοσοκομεία ή υπηρεσίες Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.

Ο «Ρ» στις 20.2.2010 είχε αποκαλύψει ένα σχέδιο του υπουργείου Υγείας για τον «Καλλικράτη». Σύμφωνα με αυτό (δεν ξέρουμε αν υλοποιηθεί έτσι ακριβώς, η ουσία ενδιαφέρει), στους δήμους θα μεταφερθούν τα 200 Κέντρα Υγείας (ΚΥ) και περίπου 400 μονάδες του ΙΚΑ.

Αυτή η προοπτική περιλαμβάνει «σύσταση και λειτουργία ενιαίων τοπικών μονάδων Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, σε συνεργασία με το υπουργείο Υγείας, ώστε να καλύπτεται το σύνολο του πληθυσμού από τις μονάδες αυτές». Οι ενιαίες τοπικές μονάδες θα αποτελούν μια «συνέργεια και δικτύωση όλων των δομών παροχής της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας». Δηλαδή, δημόσιοι, δημοτικοί, ιδιωτικοί φορείς, η ΤΑ και ΜΚΟ θα συνδεθούν, ενισχύοντας έτσι τη δικτύωση με την εμπορευματοποίηση των υπηρεσιών Υγείας, (αφού εμπλέκονται και οι ιδιωτικοί φορείς του τομέα Υγείας) που θα σημάνει παροχή υπηρεσιών με πληρωμή, για τους ασφαλισμένους και τα ασφαλιστικά ταμεία. Για την κυβέρνηση θα μείνει ως υποχρέωση ένα «βασικό πακέτο παροχών» για την Υγεία και όποιος χρειάζεται παραπάνω θα βάζει βαθιά το χέρι στην τσέπη. Και όλο αυτό θα υλοποιείται από τα περιφερειακά και τοπικά κρατικά όργανα που θεσμοθέτησε ο «Καλλικράτης».

Σύμφωνα με το ίδιο σχέδιο, στις Περιφέρειες θα μεταφερθούν πάνω από 70 νοσοκομεία. Στην κεντρική διοίκηση θα παραμείνουν κοντά στα 50 νοσοκομεία, όσα έχουν περισσότερα από 400 κρεβάτια, τα εφτά πανεπιστημιακά και τα 11 του ειδικού καθεστώτος που περιγράφονται στο νόμο 2889/2001. Οι 7 Υγειονομικές Περιφέρειες, σύμφωνα με το ίδιο σχέδιο, θα υπαχθούν στις 13 Περιφέρειες του Καλλικράτη.

Επέκταση της εμπορευματοποίησης

Τα μέτρα αυτά οδηγούν στην ακόμη μεγαλύτερη εμπορευματοποίηση της Υγείας – Πρόνοιας, πρωταρχικά με την εμπλοκή των ιδιωτικών επιχειρήσεων στην ΠΦΥ αλλά και με τη μετατροπή των δημοσίων νοσοκομείων σε επιχειρήσεις. Ταυτόχρονα, στην ουσία, αυτή η πραγματικότητα οδηγεί στον κατακερματισμό των υπηρεσιών Υγείας – Πρόνοιας και στην ακόμη μεγαλύτερη όξυνση της ανισόμετρης ανάπτυξης των υπηρεσιών μέσα και ανάμεσα στις περιοχές της χώρας.

Η «αποκέντρωση» των αρμοδιοτήτων Υγείας – Πρόνοιας αποτελεί μέσο για την παραπέρα δραστική μείωση των κρατικών και εργοδοτικών δαπανών για την Υγεία – Πρόνοια με μεταφορά της οικονομικής επιβάρυνσης στους ίδιους τους εργαζόμενους μέσω ιδιωτικών πληρωμών, δημοτικής φορολογίας και από τα ασφαλιστικά ταμεία. Επίσης, στοχεύει στη μεταφορά της ευθύνης ανάπτυξης και λειτουργίας των Υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και Πρόνοιας από το κράτος σε διάφορους φορείς, που συνιστούν τα λεγόμενα «δίκτυα ΠΦΥ και αλληλεγγύης». Σε αυτά περιλαμβάνονται δημοτικά ιατρεία, ΜΚΟ, τα ιατρεία των ασφαλιστικών ταμείων, η εταιρική κοινωνική ευθύνη και οι ιδιωτικές επιχειρήσεις που βρίσκουν χώρο για επέκταση και ενδυνάμωση της δράσης τους.

Η Τοπική Διοίκηση αναλαμβάνει το ρόλο διαχειριστή της ακραίας φτώχειας, των προβλημάτων των πιο εξαθλιωμένων τμημάτων του πληθυσμού που τα ονομάζουν «ευπαθείς ομάδες», των επιπτώσεων από την καπιταλιστική οικονομική κρίση και γενικότερα την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Συμβάλλει στην προσπάθεια να υποβιβαστούν οι λαϊκές ανάγκες για υπηρεσίες Υγείας και Πρόνοιας στο επίπεδο του φτωχοκομείου. Τα «κοινωνικά» φαρμακεία και παντοπωλεία είναι ένα δείγμα αυτής της «φιλανθρωπίας». Αυτό είναι το περιεχόμενο του «κράτους πρόνοιας» που θα υπηρετήσει και η Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Υπάρχει, ήδη, εμπειρία από τις επιπτώσεις της μεταφοράς κρατικών αρμοδιοτήτων που αφορούν την Υγεία – Πρόνοια στην Τοπική Διοίκηση. Οι δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ – ΝΔ – ΣΥΝ έχουν αναπτύξει στους δήμους προνοιακά προγράμματα και υπηρεσίες (βρεφονηπιακούς και παιδικούς σταθμούς, ΚΑΠΗ, Βοήθεια στο Σπίτι κ.λπ.), όπου κυριαρχούν:

  • Η επιβάρυνση των λαϊκών οικογενειών με τροφεία στους παιδικούς σταθμούς, ακατάλληλα κτίρια, ελλιπές, απλήρωτο και με ελαστικές σχέσεις εργασίας επιστημονικό και λοιπό προσωπικό.

  • Ημερομηνία λήξης στα προγράμματα όπως το «Βοήθεια στο σπίτι» με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους εργαζόμενους και αυτούς που αξιοποιούν τις υπηρεσίες αυτών των προγραμμάτων. Δηλαδή, απλήρωτοι εργαζόμενοι, ανταποδοτικές υπηρεσίες.

  • Περιορισμένος αριθμός ανθρώπων που ωφελούνται από αυτά.

  • Αποσπασματικότητα και υποβάθμιση των υπηρεσιών, κατακερματισμός και διαφοροποίηση ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες κάθε δήμου – περιφέρειας ή ομάδα δήμων, ανάλογα με τις χορηγίες που καταφέρνουν να αποσπάσουν από εταιρείες.

  • Υποβιβασμός των παρεμβάσεων στην Υγεία – Πρόνοια σε διαδικασίες «παροχής συμβουλών» και ενημέρωσης, καλλιεργώντας ταυτόχρονα τη λογική της ατομικής ευθύνης.

Η απάντηση από τη σκοπιά του λαού

Η κάλυψη των αναγκών υγείας ενός πληθυσμού απαιτεί την ενιαία λειτουργία των τριών επιπέδων της Υγείας (Πρωτοβάθμια, Δευτεροβάθμια και Τριτοβάθμια). Την ανάπτυξη, δηλαδή, των υπηρεσιών και υποδομών ως ένα ενιαίο λειτουργικό σύστημα, ώστε να εξασφαλίζεται η συνέχεια της φροντίδας υγείας (πρόληψη, διάγνωση, θεραπεία, αποκατάσταση) που γίνεται και στα τρία επίπεδα και η ενιαία ποιότητα και όχι η κατηγοριοποίησή τους ανάλογα με τις επιχειρησιακές – οικονομικές δυνατότητες των δήμων και περιφερειών και το εισόδημα των ασθενών.

Ιδιαίτερα, δε, τα ζητήματα της δημόσιας υγείας, π.χ. ατμοσφαιρική ρύπανση, μόλυνση νερού κ.λπ., δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από κάθε δήμο χωριστά ή ακόμη και από ομάδα δήμων. Η προστασία της δημόσιας υγείας, κύρια στο επίπεδο της πρόληψης, είναι αναποτελεσματική, όταν δεν αφορά συλλογικά μέτρα που εφαρμόζονται ενιαία για όλους. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο από ένα ενιαίο, αποκλειστικά δημόσιο δωρεάν σύστημα Υγείας χωρίς καμιά επιχειρηματική δράση, με κριτήριο την ικανοποίηση όλων των σύγχρονων λαϊκών αναγκών.

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.